27/6/12

Η αναμονή





Τα ακαλαίσθητα σίδερα που προεξέχουν από την κορυφή και τις πλευρές οικοδομών, στον κόσμο αλλά και τους μηχανικούς είναι γνωστά ως οι περίφημες "αναμονές".





Η γιαγιά περίμενε μέχρι τα 17 της, να γνωρίσει τον παππού. Μετά περίμενε να γυρίσει ο παππούς από το στρατό και να πιάσει δουλειά, περίμενε την πρώτη κόρη, τη δεύτερη, το σχολείο τους, τους έρωτές τους, τα δικά τους 17. Και όσο περίμενε όλα αυτά, η γιαγιά μαγείρευε, έπλενε την αυλή, φρόντιζε τα λουλούδια, έραβε παιδικά φορέματα στη μοδίστρα, πήγαινε σε γυμναστικές επιδείξεις τα καλοκαίρια και για μπάνιο στη θάλασσα, εκδρομές αυθημερόν.

Στις "αναμονές" συμπυκνώνεται, με τρόπο εντυπωσιακό, η οικιστική μας πραγματικότητα. Το γεγονός ότι οι Ελληνες επέτυχαν να έχουν το υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη είναι ασφαλώς αξιοσημείωτο. Ελάχιστα όμως μπορούν να υπερηφανεύονται για την τήρηση των πολεοδομικών κανόνων, την αισθητική ή τον σεβασμό του περιβάλλοντος.

Η γιαγιά μετά περίμενε τα πανεπιστήμιά τους, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, στους σταθμούς των τρένων, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τους γάμους τους, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα εγγόνια, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα 50 της. Και όσο περίμενε όλα αυτά, η γιαγιά μαγείρευε, έπλενε την αυλή, φρόντιζε τα λουλούδια, έπαιρνε αγχωμένα τηλέφωνα στην Αθήνα, έκανε δουλειές στο σπίτι, να μην νιώθει μοναξιά.

Τα ακαλαίσθητα σίδερα, που λογχίζουν ένα ουρανό φωτεινό και καθάριο, εκφράζουν φοβούμαι βαθύτερα την μοίρα του τόπου.

Η γιαγιά μετά περίμενε τα εγγόνια να μεγαλώσουν, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα ζευγάρια να προοδεύσουν, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, το σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα για το καλοκαίρι, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα 60 της. Και όσο περίμενε όλα αυτά , η γιαγιά μαγείρευε, έπλενε την αυλή, φρόντιζε τα λουλούδια, αγόραζε ρούχα από τα καλύτερα παιδικά καταστήματα, πήγαινε σε γυμναστικές επιδείξεις τα καλοκαίρια και για μπάνιο στη θάλασσα, μέρες πολλές στο εξοχικό.

Οι "αναμονές" απετέλεσαν το σύμπτωμα μιας χρόνιας ελληνικής ασθένειας.

Η γιαγιά μετά περίμενε τα καινούρια πανεπιστήμιά τους, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, ξανά στους σταθμούς των τρένων, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα ζευγάρια να προοδεύσουν κι άλλο, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, την αντιπαροχή, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα 70 της. Και όσο περίμενε όλα αυτά, η γιαγιά μαγείρευε, έπλενε την αυλή, φρόντιζε τα λουλούδια, έπαιρνε αγχωμένα τηλέφωνα στην Αθήνα, έκανε σχέδια για το νέο σπίτι, να μην νιώθει μοναξιά.

Υπήρχαν όμως πάντα και οι άλλες, πολυκαιρισμένες Αναμονές. Δεν λογχίζουν αυτές τον ουρανό, αλλά την ψυχή και τα όνειρά μας.

Γιατί ο παππούς γύρισε από το γραφείο και γιατί από το σπίτι της γιαγιάς τώρα μπορείς να δεις μέχρι τον Πηνειό και το Θεσσαλικό κάμπο. 

Μα η γιαγιά είναι ήδη 75. Και θα περιμένει τώρα σε αεροδρόμια τα εγγόνια. Και δεν έχει αυλή για να πλένει, η βεράντα είναι μικρή.

Και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί κάνει μια προσευχή και ελπίζει.

Το μέλλον δεν θα μοιάζει καθόλου με το παρελθόν. Θα έχει άλλους πρωταγωνιστές κι άλλη προϊστορία. Έχω την ελπίδα ότι αυτό το μέλλον θα μπορέσει να εκφράσει κάποιες από τις Αναμονές, που φωλιάζουν χρόνια τώρα στην ψυχή μου.



Λόγια: Γ. Γραμματικάκης
Ολόκληρο το κείμενο
Φωτογραφία: www.deviantart.com