31/3/14

Το πίσω κάθισμα


Πριν τα βραδινά ταξίδια στη γιαγιά την Αθηναία η μαμά έστρωνε στο πίσω κάθισμα ένα γκρι λεπτό παπλωματάκι. Βοηθούσε στις διαπραγματεύσεις για το πόσος χώρος καθίσματος και παπλώματος άνηκε στον καθένα και έκλεινε με προσοχή τις ασφάλειες στις πόρτες. Αλλά τι να τις κάνεις τις ασφάλειες όταν οδηγεί ο μπαμπάς; Η αγάπη του για τα όσα κουβαλάει το αυτοκίνητό του, η μουσική των διαδρομών του και το άγρυπνο μάτι της συνοδηγού είναι αρκετά χαλαρωτικά από μόνα τους. Μετά από έναν μικρό εκνευρισμό και λίγες αδελφικές κλωτσιές, το πίσω κάθισμα βυθίζεται σε έναν γλυκό ύπνο, πριν ακόμα τα πρώτα διόδια. 

Πέντε ώρες μετά, η γιαγιά διακόπτει τα όνειρα με μερικά σβουριχτά φιλιά και υποσχέσεις για καινούρια παιχνίδια. 

Στην εφηβεία ο μεγάλος ψήλωσε απότομα. Το λεπτό γκρι παπλωματάκι δεν καλύπτει τις ανάγκες. Άλλωστε "οι άντρες δεν κρυώνουν μαμά". Την άφηνε να γέρνει στα πόδια του για να κοιμηθεί με τη συμφωνία ότι μόλις μουδιάσει θα την ενοχλήσει. Αυτός δεν είχε ανάγκη, κοιτούσε από το παράθυρο τα φώτα των παρακάμψεων στην εθνική οδό και δυνάμωνε την ένταση στα ακουστικά του, να ποδοπατήσει την ξεπερασμένη μουσική του μπαμπά. Ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι με την άκρη του ματιού του έλεγχε τα ανακλαστικά του κουρασμένου οδηγού. Είχαν βάλει βάρδιες με την μικρή να παρακολουθούν τις κινήσεις των βλεφάρων του, όταν άρχισαν να διαπιστώνουν ότι οδηγός και συνοδηγός είναι άνθρωποι. Θνητοί άνθρωποι.

Πέντε χρόνια μετά, η γιαγιά σημειώνει στην κάσα της πόρτας τα εκατοστά που κερδήθηκαν στο διάστημα από την προηγούμενη επίσκεψη. 

Το μικρό κολοκυθάκι έγινε κολοκύθα. Προσπαθεί να σταματήσει να τρώει τα νύχια της, αγόρασε το πρώτο της ρουζ, διαβάζει ποιήματα και ονειρεύεται τη ζωή μακριά από το σπίτι. Όλο το πίσω κάθισμα είναι δικό της. Το ίδιο και οι μουσικές επιλογές. "Μαμά και μπαμπά πρέπει να εκσυγχρονιστείτε μουσικά. Τώρα θα σας βάλω να ακούσετε. Όχι μπαμπά, όχι δεν είναι κλεμμένο, μην μου τους υποτιμάς!". Και μιλάει, μιλάει, μιλάει και βάζει μουσική, για να τους κρατάει ξύπνιους. Δεν είναι απλά θνητοί, είναι μεγάλοι άνθρωποι. Και η μοναξιά του πίσω καθίσματος αυξάνει την ευθύνη της απέναντί τους.

Δέκα χρόνια μετά, η γιαγιά παραγγέλνει πίτσες για να δελεάσει τον εγγονό, που αν και στην ίδια πόλη πλέον, τον βλέπει λιγότερο από πριν. 

Από τη συγκατοίκηση κάτω από το γκρι παπλωματάκι, στη συγκατοίκηση στο δυάρι του 4ου και μετά ο καθένας τους δρόμους του. Οι διαδρομές ανατράπηκαν, ο ρυθμός των δρομολογίων χάθηκε. Ο μπαμπάς βάζει πάλι μουσικές από τα δικά του, ανακυκλώνει τα παλιά, μα τα βλέφαρα πάντα σταθερά. Τη μαμά που και που την παίρνει ο ύπνος, παρόλο που προσπαθεί να κρατηθεί και να αναπληρώσει τη σιωπή του πίσω καθίσματος. Οι συζητήσεις πάνε μια στους δικούς τους μεγάλους ανθρώπους που αποδείχτηκαν θνητοί εκ του αποτελέσματος και μια στους μικρούς αγαπημένους, που μαθαίνουν να βρίσκονται στη θέση του οδηγού. 

Δεκαπέντε χρόνια μετά,  η γιαγιά στέλνει με τον τρόπο της ευχές και από τα, μπροστινά πλέον, παράθυρα, δυο χέρια βγαίνουν να τις πιάσουν. 


Τραγούδι εδώ
Εικόνα εδώ